ξαφρίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξαφρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξαφρίζω < ελληνιστική κοινή ἐξαφρίζω (αφαιρώ τον αφρό με βράσιμο), με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήνετος < αρχαία ελληνική ἐξαφρίζομαι[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ksaˈfɾi.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ξα‐φρί‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]ξαφρίζω (μεταβατικό), αόρ.: ξάφρισα
- αφαιρώ τον αφρό από την επιφάνεια υγρού
- (συνεκδοχικά) αφαιρώ αυτό που βγαίνει στον αφρό υγρού μέσα στο οποίο βράζει κάτι
Κάθε τόσο ξάφριζε το κρέας με τον κεψέ.
- (μεταφορικά) αφαιρώ με δόλιο τρόπο χρήματα ή άλλα αντικείμενα αξίας από κάποιον ή κάπου
- (μεταφορικά) επιλέγω το καλύτερο μέρος από εμπόρευμα εκτεθειμένο σε βιτρίνα
- (αμετάβατο) θυμώνω, γίνομαι έξαλλος
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ξαφρίζω | ξάφριζα | θα ξαφρίζω | να ξαφρίζω | ξαφρίζοντας | |
| β' ενικ. | ξαφρίζεις | ξάφριζες | θα ξαφρίζεις | να ξαφρίζεις | ξάφριζε | |
| γ' ενικ. | ξαφρίζει | ξάφριζε | θα ξαφρίζει | να ξαφρίζει | ||
| α' πληθ. | ξαφρίζουμε | ξαφρίζαμε | θα ξαφρίζουμε | να ξαφρίζουμε | ||
| β' πληθ. | ξαφρίζετε | ξαφρίζατε | θα ξαφρίζετε | να ξαφρίζετε | ξαφρίζετε | |
| γ' πληθ. | ξαφρίζουν(ε) | ξάφριζαν ξαφρίζαν(ε) |
θα ξαφρίζουν(ε) | να ξαφρίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ξάφρισα | θα ξαφρίσω | να ξαφρίσω | ξαφρίσει | ||
| β' ενικ. | ξάφρισες | θα ξαφρίσεις | να ξαφρίσεις | ξάφρισε | ||
| γ' ενικ. | ξάφρισε | θα ξαφρίσει | να ξαφρίσει | |||
| α' πληθ. | ξαφρίσαμε | θα ξαφρίσουμε | να ξαφρίσουμε | |||
| β' πληθ. | ξαφρίσατε | θα ξαφρίσετε | να ξαφρίσετε | ξαφρίστε | ||
| γ' πληθ. | ξάφρισαν ξαφρίσαν(ε) |
θα ξαφρίσουν(ε) | να ξαφρίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ξαφρίσει | είχα ξαφρίσει | θα έχω ξαφρίσει | να έχω ξαφρίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις ξαφρίσει | είχες ξαφρίσει | θα έχεις ξαφρίσει | να έχεις ξαφρίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει ξαφρίσει | είχε ξαφρίσει | θα έχει ξαφρίσει | να έχει ξαφρίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ξαφρίσει | είχαμε ξαφρίσει | θα έχουμε ξαφρίσει | να έχουμε ξαφρίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε ξαφρίσει | είχατε ξαφρίσει | θα έχετε ξαφρίσει | να έχετε ξαφρίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ξαφρίσει | είχαν ξαφρίσει | θα έχουν ξαφρίσει | να έχουν ξαφρίσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ξαφρίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- ξαφρίζω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- ξαφρίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)