Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξαφρίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξαφρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξαφρίζω < ελληνιστική κοινή ἐξαφρίζω (αφαιρώ τον αφρό με βράσιμο), με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήνετος < αρχαία ελληνική ἐξαφρίζομαι[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ksaˈfɾi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξαφρίζω

ξαφρίζω (μεταβατικό), αόρ.: ξάφρισα

  1. αφαιρώ τον αφρό από την επιφάνεια υγρού
  2. (συνεκδοχικά) αφαιρώ αυτό που βγαίνει στον αφρό υγρού μέσα στο οποίο βράζει κάτι
    παράδειγμα Κάθε τόσο ξάφριζε το κρέας με τον κεψέ.
  3. (μεταφορικά) αφαιρώ με δόλιο τρόπο χρήματα ή άλλα αντικείμενα αξίας από κάποιον ή κάπου
    παράδειγμα Ριφιφίδες μπήκαν από το διπλανό μαγαζί και ξαφρίσανε ό,τι ήταν χρυσό.
     συνώνυμα: κλέβω, σουφρώνω, υπεξαιρώ
  4. (μεταφορικά) επιλέγω το καλύτερο μέρος από εμπόρευμα εκτεθειμένο σε βιτρίνα
  5. (αμετάβατο) θυμώνω, γίνομαι έξαλλος
    παράδειγμα Ξάφριζε απ' το κακό του.
     συνώνυμα: αφρίζω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • ξαφρίζω -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  • ξαφρίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)