ξεφυσώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεφυσώ < μεσαιωνική ελληνική ξεφυσώ < αρχαία ελληνική ἐκφυσάω / ἐκφυσῶ < ἐκ + φυσάω / φυσῶ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pu- (φυσώ, φουσκώνω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksε.fi.ˈsɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεφυσώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]