πέζα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέζα < πέδον (πέδjα) ή πούς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέζα θηλυκό

  1. πόδι
  2. βάση
  3. άκρο, το τέλος ενός σώματος
    πέζα ἠπείροιο (η ακτογραμμή, το τέλος της ξηράς)
  4. κράσπεδο
  5. πιθανόν αρκαδικός τύπος για τη λέξη πούς
  • δωρικός τύπος του πούς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]