πέζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πέζα < πέδον (πέδjα) ή πούς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πέζα θηλυκό

  1. πόδι
  2. βάση
  3. άκρο, το τέλος ενός σώματος
    πέζα ἠπείροιο (η ακτογραμμή, το τέλος της ξηράς)
  4. κράσπεδο
  5. πιθανόν αρκαδικός τύπος για τη λέξη πούς

Συγγενικά

[επεξεργασία]