Μετάβαση στο περιεχόμενο

πενέζης

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πενέζης < (άμεσο δάνειο) βενετική penèse

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πενέζης αρσενικό

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]