Μετάβαση στο περιεχόμενο

περάω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περάω < επίρρημα πέρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *per- (διαπερνώ, διασχίζω), ρίζα που δηλώνει κατεύθυνση[1]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: περνῶ νέα ελληνικά: περνώ > περνάω

περάω / περῶ, μέλλων: περάσω, αόρ. ἐπέρᾱσα, παρακείμενος: πεπέρακα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. διαπερνώ, περνάω δια μέσου
  2. περνάω απέναντι
  3. περνώ
  4. καταχρηστικά, ως συνώνυμο του πέρνημι

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

με το ρήμα:

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη πέρα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πέρα (& σχόλια) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.