πλατσουρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλατσουρίζω < (ηχομιμητική λέξη) πλατς

Ρήμα[επεξεργασία]

πλατσουρίζω

  1. κινούμαι αδέξια, παίζω μέσα σε ρηχά νερά
    τα μωρά χαίρονται να πλατσουρίζουν στο μπάνιο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]