Μετάβαση στο περιεχόμενο

ραβδώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ραβδώνω < ελληνιστική κοινή ῥαβδόομαι + -ώνω < αρχαία ελληνική ῥάβδος

ραβδώνω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]