σαββατιανό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαββατιανό σαββατιανά
γενική σαββατιανού σαββατιανών
αιτιατική σαββατιανό σαββατιανά
κλητική σαββατιανό σαββατιανά
Αρχείο:SAVATIANO.jpg
Σαββατιανό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαββατιανό < ουδέτερο του σαββατιανός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαββατιανό ουδέτερο

  • (βοτανική) ελληνική ποικιλία (άσπρου) σταφυλιού, απ’ την οποία παράγεται ρετσίνα
    Έκανε προχθές την πρώτη του θριαμβευτική είσοδο στην πρωτεύουσα «επί πώλου όνου» το σαββατιανό: ο βασιλιάς των σταφυλιών –κι ας είναι το λαϊκότερο απ’ όλα τα σταφύλια— καβάλα επάνω στο βασιλιά των τετραπόδων – κι ας είναι το ταπεινότερο απ’ όλα τα τετράποδα! (Κώστας Βάρναλης, Το σαββατιανό σταφύλι, εφ. Πρωία, 9/8/2015)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

σαββατιανό