σεξαπίλ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεξαπίλ < γαλλική sex-appeal < αγγλική sex appeal < sex + appeal

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεξαπίλ ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]