σερφάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σερφάρω < αγγλική surf + κατάληξη -άρω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σερφάρω

  1. (πληροφορική, αργκό) πλοηγώ στο διαδίκτυο
    όλη μέρα σερφάρει στο ίντερνετ
  2. (σπανιότερα αθλητισμός) κάνω (θαλάσσιο) σέρφινγκ, ασκώ το άθλημα της θαλάσσιας σανίδας
    δεν έχει κύμα για να σερφάρουμε σήμερα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]