σερφάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σερφάρω < αγγλική surf + κατάληξη -άρω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σερφάρω

  1. αδόκιμο αλλά πολύ διαδεδομένο ρήμα (κυρίως στη γλώσσα της πληροφορικής και του ίντερνετ) που σημαίνει πλοηγώ στο διαδίκτυο
    όλη μέρα σερφάρει στο ίντερνετ
  2. χρησιμοποιείται λιγότερο με την κυριολεκτική του έννοια: κάνω (θαλάσσιο) σέρφινγκ, ασκώ το άθλημα της θαλάσσιας σανίδας
    δεν έχει κύμα για να σερφάρουμε σήμερα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]