συμπαθητικομιμητικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

συμπαθητικομιμητικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμπαθητικομιμητικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): γενική ονομασία ομάδας φαρμάκων ή ουσιών που διεγείρουν τις νευρικές απολήξεις του συμπαθητικού συστήματος, οι οποίες και διακρίνονται σε αδρενεργικές ουσίες (κατεχολαμίνες και μη κατεχολαμίνες) και σε μη αδρενεργικές ουσίες

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]