ταρτούφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταρτούφος αρσενικό
- κύριο πρόσωπο της ομώνυμης κωμωδίας του Μολιέρου, που έμεινε παροιμιώδες για την υποκρισία, απληστία και λαγνεία του
- υποκριτής, άπληστος, μοχθηρός
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]- ↑ ταρτούφος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας