Μετάβαση στο περιεχόμενο

τούλουππος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τούλουππος <  δείτε τις λέξεις τουλούππα και τουλούππιν

Επίθετο

[επεξεργασία]

τούλουππος, -η, ο (κυπριακά)

  1. ο ασπρομάλλης
  2. που είναι σαν το βαμβάκι, μαλακός στην υφή και λευκός στο χρώμα