τούλουππος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τούλουππος < → δείτε τις λέξεις τουλούππα και τουλούππιν
Επίθετο
[επεξεργασία]τούλουππος, -η, ο (κυπριακά)
Πηγές
[επεξεργασία]- τούλουππος - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi