Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρικολόρε

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τρικολόρ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρικολόρε < (άμεσο δάνειο) ιταλική tricolore

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾi.koˈlo.ɾe/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρικολόρε

Επίθετο

[επεξεργασία]

τρικολόρε ουδέτερο άκλιτο

  1. τρίχρωμος, που έχει τρία χρώματα αποτελούμενος από τρία χρώματα
    παράδειγμα  σαλάτα τρικολόρε
    παράδειγμα  ζυμαρικά τρικολόρε απλά, με σπανάκι, με ντομάτα
  2. τρίχρωμη σημαία όπως η ιταλική ή η γαλλική ( δείτε τη λέξη τρικολόρ)
  3. (μειωτικό) ακαλαίσθητος, παρδαλός, κακόγουστος, που φοράει πάρα πολλά φανταχτερά χρώματα, ή χρώματα με παράταιρο συνδυασμό
    παράδειγμα  Έβαψε τα μαλλιά της μόνη της και βγήκαν τρικολόρε.
    παράδειγμα  Έκανε μια εμφάνιση τρικολόρε με σακάκι, παπαγαλί, καροτί και λαχανί. Τα κουμπιά ήταν καφέ και η γραβάτα ροζ.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]