τρικολόρε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τρικολόρε < (άμεσο δάνειο) ιταλική tricolore
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tɾi.koˈlo.ɾe/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τρι‐κο‐λό‐ρε
Επίθετο
[επεξεργασία]τρικολόρε ουδέτερο άκλιτο
- τρίχρωμος, που έχει τρία χρώματα αποτελούμενος από τρία χρώματα
σαλάτα τρικολόρε
ζυμαρικά τρικολόρε απλά, με σπανάκι, με ντομάτα
- τρίχρωμη σημαία όπως η ιταλική ή η γαλλική (→ δείτε τη λέξη τρικολόρ)
- (μειωτικό) ακαλαίσθητος, παρδαλός, κακόγουστος, που φοράει πάρα πολλά φανταχτερά χρώματα, ή χρώματα με παράταιρο συνδυασμό
Έβαψε τα μαλλιά της μόνη της και βγήκαν τρικολόρε.
Έκανε μια εμφάνιση τρικολόρε με σακάκι, παπαγαλί, καροτί και λαχανί. Τα κουμπιά ήταν καφέ και η γραβάτα ροζ.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- τρικολόρε - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- τρικολόρε - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)