υπνωτικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

υπνωτικά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπνωτικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): γενική ονομασία ομάδας φαρμάκων ή ουσιών που δρουν κατά της αϋπνίας, του άγχους και της κατάθλιψης.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • χορηγούνται ελεγκτικά κυρίως σε έντονη αϋπνία και μόνο για βραχείς περιόδους 1-2 εβδομάδες θεραπείας.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]