φιδίσια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]φιδίσια
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιδίσιος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φιδίσιος