φουρκίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φουρκίζω < φούρκα

Ρήμα[επεξεργασία]

φουρκίζω

  1. εκνευρίζω κάποιον, του ανεβάζω το αίμα στο κεφάλι, τον τσατίζω, τον συγχύζω
  2. μεσοπαθητικό, φουρκίζομαι με θυμώνει κάποιος ή κάτι, με εκνευρίζει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]