χαλυβδώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χαλυβδώνω < χαλύβδινος + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική steel ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική aciérer)
Ρήμα
[επεξεργασία]χαλυβδώνω (παθητική φωνή: χαλυβδώνομαι)
- (κυριολεκτικά) μετατρέπω τον σίδηρο σε χάλυβα ή ισχυροποιώ αντικείμενο με την προσθήκη χάλυβα
- (μεταφορικά) καθιστώ κάποιον/κάτι ανθεκτικό σαν τον χάλυβα / ατσάλι, ενισχύω τις αντιστάσεις του, θωρακίζω απέναντι στις αντιξοότητες
- ≈ συνώνυμα: ατσαλώνω, δυναμώνω, ενισχύω, ισχυροποιώ
να χαλυβδώσουμε το ηθικό μας
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- αχαλύβδωτος
- επιχαλυβδωμένος
- επιχαλυβδώνω
- επιχαλύβδωση
- χαλύβδωμα
- χαλυβδωμένος
- χαλύβδωση
- → δείτε τη λέξη χάλυβας
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | χαλυβδώνω | χαλύβδωνα | θα χαλυβδώνω | να χαλυβδώνω | χαλυβδώνοντας | |
| β' ενικ. | χαλυβδώνεις | χαλύβδωνες | θα χαλυβδώνεις | να χαλυβδώνεις | χαλύβδωνε | |
| γ' ενικ. | χαλυβδώνει | χαλύβδωνε | θα χαλυβδώνει | να χαλυβδώνει | ||
| α' πληθ. | χαλυβδώνουμε | χαλυβδώναμε | θα χαλυβδώνουμε | να χαλυβδώνουμε | ||
| β' πληθ. | χαλυβδώνετε | χαλυβδώνατε | θα χαλυβδώνετε | να χαλυβδώνετε | χαλυβδώνετε | |
| γ' πληθ. | χαλυβδώνουν(ε) | χαλύβδωναν χαλυβδώναν(ε) |
θα χαλυβδώνουν(ε) | να χαλυβδώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | χαλύβδωσα | θα χαλυβδώσω | να χαλυβδώσω | χαλυβδώσει | ||
| β' ενικ. | χαλύβδωσες | θα χαλυβδώσεις | να χαλυβδώσεις | χαλύβδωσε | ||
| γ' ενικ. | χαλύβδωσε | θα χαλυβδώσει | να χαλυβδώσει | |||
| α' πληθ. | χαλυβδώσαμε | θα χαλυβδώσουμε | να χαλυβδώσουμε | |||
| β' πληθ. | χαλυβδώσατε | θα χαλυβδώσετε | να χαλυβδώσετε | χαλυβδώστε | ||
| γ' πληθ. | χαλύβδωσαν χαλυβδώσαν(ε) |
θα χαλυβδώσουν(ε) | να χαλυβδώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω χαλυβδώσει | είχα χαλυβδώσει | θα έχω χαλυβδώσει | να έχω χαλυβδώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις χαλυβδώσει | είχες χαλυβδώσει | θα έχεις χαλυβδώσει | να έχεις χαλυβδώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει χαλυβδώσει | είχε χαλυβδώσει | θα έχει χαλυβδώσει | να έχει χαλυβδώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε χαλυβδώσει | είχαμε χαλυβδώσει | θα έχουμε χαλυβδώσει | να έχουμε χαλυβδώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε χαλυβδώσει | είχατε χαλυβδώσει | θα έχετε χαλυβδώσει | να έχετε χαλυβδώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν χαλυβδώσει | είχαν χαλυβδώσει | θα έχουν χαλυβδώσει | να έχουν χαλυβδώσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χαλυβδώνω
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- χαλυβδώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- χαλυβδώνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- χαλυβδώνω - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Λέξεις με επίθημα -ώνω (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «δηλώνω»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)