Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαλυβδώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαλυβδώνω < χαλύβδινος + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική steel ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική aciérer)

χαλυβδώνω (παθητική φωνή: χαλυβδώνομαι)

  1. (κυριολεκτικά) μετατρέπω τον σίδηρο σε χάλυβα ή ισχυροποιώ αντικείμενο με την προσθήκη χάλυβα
  2. (μεταφορικά) καθιστώ κάποιον/κάτι ανθεκτικό σαν τον χάλυβα / ατσάλι, ενισχύω τις αντιστάσεις του, θωρακίζω απέναντι στις αντιξοότητες
     συνώνυμα: ατσαλώνω, δυναμώνω, ενισχύω, ισχυροποιώ
    παράδειγμα  να χαλυβδώσουμε το ηθικό μας

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]