χάλυβας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | χάλυβας | οι | χάλυβες |
| γενική | του | χάλυβα | των | χαλύβων |
| αιτιατική | τον | χάλυβα | τους | χάλυβες |
| κλητική | χάλυβα | χάλυβες | ||
| Συνήθως στον ενικό. | ||||
| Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χάλυβας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χάλυψ από την αιτιατική «τὸν χάλυβα»
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈxa.li.vas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χά‐λυ‐βας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χάλυβας αρσενικό
- (μεταλλουργία) κράμα σιδήρου με δεύτερο κύριο συστατικό τον άνθρακα και άλλα μέταλλα
- ※ Συστατικά στοιχεία κάθε χάλυβα αποτελούν ο άνθρακας, σε ποσοστά που κυμαίνονται συνήθως μεταξύ 0,2% και 0,7%, και το πυρίτιο (Si), σε ποσοστό μεταξύ 0,1% και 0,7% και ενίοτε έως και 4% σε ειδικούς χάλυβες. (1.2. O χάλυβας ως υλικό, portal.tee.gr, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, ανακτήθηκε στις 3/2/2025 )
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Σύνθετα |
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
χάλυβας στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταλλουργία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)