acer
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]acer ουδέτερο
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | acer | aceră |
| γενική | aceris | acerum |
| δοτική | acerī | acerĭbus |
| αιτιατική | acer | aceră |
| κλητική | acer | aceră |
| αφαιρετική | acere | acerĭbus |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- acer < *hḱrós (=οξύς), συγγενές με το αρχαία ελληνική ἄκρος
Επίθετο
[επεξεργασία]acer
Κλίση
[επεξεργασία]acrior | acerrimus | |
acriter | acrius | acerrime |