χρωστώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρωστώ < μεταγενέστερη ελληνική χρεωστῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χρωστώ και χρωστάω, χωρίς συνοπτικούς χρόνους

  1. οφείλω, έχω χρέος, έχω υποχρέωση να ανταποδώσω κάτι σε κάποιον
    μου χρωστάει δύο χιλιάρικα
    χρωστάω τρία νοίκια
  2. έχω ηθικό χρέος
    Ευχαριστώ, θα σου χρωστάω χάρη.
    του χρωστάει τη ζωή του
  3. (για μάθημα) πρέπει να περάσω εξέταση
    χρωστάει άλλο ένα μάθημα για το πτυχίο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • χρωστάει (και) της Μιχαλούς: είναι τρελός, έχει χάσει τα λογικά του, τα έχει χαμένα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. χρωστώ - χρωστάω χρωστούσα θα χρωστώ - χρωστάω να χρωστώ - χρωστάω χρωστώντας
β' ενικ. χρωστάς χρωστούσες θα χρωστάς να χρωστάς χρώστα
γ' ενικ. χρωστά - χρωστάει χρωστούσε θα χρωστά - χρωστάει να χρωστά - χρωστάει
α' πληθ. χρωστούμε - χρωστάμε χρωστούσαμε θα χρωστούμε - χρωστάμε να χρωστούμε - χρωστάμε
β' πληθ. χρωστάτε χρωστούσατε θα χρωστάτε να χρωστάτε χρωστάτε
γ' πληθ. χρωστούν - χρωστάνε χρωστούσαν θα χρωστούν - χρωστάνε να χρωστούν - χρωστάνε

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]