Μετάβαση στο περιεχόμενο

χόμπι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Χόμπιτ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χόμπι < λόγιο δάνειο από την αγγλική hobby [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χόμπι ουδέτερο άκλιτο

  • ευχάριστη ερασιτεχνική δραστηριότητα
      Η ορνιθοπαρατήρηση ήταν συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων. Η συµπεριφορά των πουλιών προμήνυε κάποια σημάδια για το μέλλον (οιωνοί). Πέραν της Ελλάδας, η Βρετανία, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Ιταλία & η Γαλλία διαθέτουν από τις πιο αναπτυγμένες αγορές ορνιθοτουρισµού. Αξίζει να σημειωθεί ότι το δεύτερο πιο διαδεδομένο χόμπι των Αµερικανών & των Ευρωπαίων είναι η ορνιθοπαρατήρηση.
    Ζιάκα Βασιλική, Μακροοικονομικοί δείκτες, μάκρομαρκετινγκ και τουρισμός, (Master's thesis), Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Σχολή Οικονομικών, Επιχειρηματικών και Διεθνών Σπουδών, Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πειραιάς 2015, @dione.lib.unipi.gr

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]