hobby

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
hobby hobbys

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

hobby < αγγλική hobby

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʔɔ.bi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hobby (fr) αρσενικό

  1. το χόμπι