Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψιλούμενος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψιλούμενος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψιλούμενος (αρχαία σημασία: που αποτριχώνεται, που απογυμνώνεται) < αρχαία ελληνική ψιλῶ, συνηρημένου τύπου του ψιλόω

Μετοχή

[επεξεργασία]

ψιλούμενος, -η, -ο

  • (αρχαιοπρεπές, γραμματική) αυτός που ψιλούται, που παίρνει το πνεύμα της ψιλής ή προφέρεται με ψιλή προφορά ανεξαρτήτως του αν είναι γραμμένος ή όχι
    παράδειγμα  λέξη ψιλούμενη, ψιλουμενο θέμα
    παράδειγμα  ψιλούμενος ενεστώτας, ο ψιλούμενος ιωνικός τύπος της λέξης

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ψιλούμενος ψιλουμένη τὸ ψιλούμενον
      γενική τοῦ ψιλουμένου τῆς ψιλουμένης τοῦ ψιλουμένου
      δοτική τῷ ψιλουμέν τῇ ψιλουμέν τῷ ψιλουμέν
    αιτιατική τὸν ψιλούμενον τὴν ψιλουμένην τὸ ψιλούμενον
     κλητική ! ψιλούμενε ψιλουμένη ψιλούμενον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ψιλούμενοι αἱ ψιλούμεναι τὰ ψιλούμεν
      γενική τῶν ψιλουμένων τῶν ψιλουμένων τῶν ψιλουμένων
      δοτική τοῖς ψιλουμένοις ταῖς ψιλουμέναις τοῖς ψιλουμένοις
    αιτιατική τοὺς ψιλουμένους τὰς ψιλουμένᾱς τὰ ψιλούμεν
     κλητική ! ψιλούμενοι ψιλούμεναι ψιλούμεν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ψιλουμένω τὼ ψιλουμέν τὼ ψιλουμένω
      γεν-δοτ τοῖν ψιλουμένοιν τοῖν ψιλουμέναιν τοῖν ψιλουμένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λυόμενος' όπως «λυόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Μετοχή

[επεξεργασία]

ψιλούμενος, -η, -ον

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]