ψωροπερήφανου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ψωροπερήφανου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψωροπερήφανος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του ψωροπερήφανος
ψωροπερήφανου