ἀντλέω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | ἀντλέω > ἀντλῶ | ἀντλοῦμαι |
| Παρατατικός | ἤντλουν | ἠντλούμην |
| Μέλλοντας | ἀντλήσω | ἀντλήσομαι |
| Αόριστος | ἤντλησα | ἠντλησάμην |
| Παρακείμενος | ἤντληκα | ἤντλημαι |
| Υπερσυντέλικος | ἠντλήκειν | ἠντλήμην |
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]ἀντλέω / ἀντλῶ (συνηρημένο)
- (ασυναίρετο) στον Ηρόδοτο
- αδειάζω τα νερά μέσα από ένα πλοίο
- (κατ’ επέκταση) αντλώ νερό
- (μεταφορικά) καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια, μετέρχομαι κάθε τρόπο ή μέσο
- (για μόχθους, παθήματα) υπομένω μέχρι τέλους
- εξαντλώ κάτι, το ξοδεύω ολοκληρωτικά, το σκορπάω, ασωτεύω
Παράγωγα
[επεξεργασία]μετοχές:
με -αντλῶ
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ s.v. αντλία - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀντλέω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἀντλέω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.