Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀντλέω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  ἀντλέω > ἀντλῶ    ἀντλοῦμαι 
Παρατατικός  ἤντλουν   ἠντλούμην 
Μέλλοντας  ἀντλήσω   ἀντλήσομαι 
Αόριστος  ἤντλησα   ἠντλησάμην 
Παρακείμενος  ἤντληκα   ἤντλημαι 
Υπερσυντέλικος  ἠντλήκειν   ἠντλήμην 
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀντλέω, ήδη τον 7ο αιώνα στον Αλκαίο < ἄντλος, παράλληλος τύπος τού ἀντλία[1]

ἀντλέω / ἀντλῶ (συνηρημένο)

  1. (ασυναίρετο) στον Ηρόδοτο
  2. αδειάζω τα νερά μέσα από ένα πλοίο
  3. (κατ’ επέκταση) αντλώ νερό
  4. (μεταφορικά) καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια, μετέρχομαι κάθε τρόπο ή μέσο
  5. (για μόχθους, παθήματα) υπομένω μέχρι τέλους
  6. εξαντλώ κάτι, το ξοδεύω ολοκληρωτικά, το σκορπάω, ασωτεύω

Παράγωγα

[επεξεργασία]

μετοχές:

με -αντλῶ

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. s.v. αντλία - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.