ἀντλέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀντλέω < ἄντλος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀντλέω - ἀντλῶ (συνηρημένο)

  1. αδειάζω τα νερά μέσα από ένα πλοίο
  2. (κατ’ επέκταση) αντλώ νερά
  3. εκμεταλλεύομαι κάτι στο έπακρο, παίρνω ό,τι έχει να μου δώσει
  4. εξαντλώ κάτι, το ξοδεύω ολοκληρωτικά, το σκορπάω