ἆρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἄρα, άρα, ἀρά, αρά

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἆρα < λείπει η ετυμολογία

Μόριο[επεξεργασία]

ἆρα

  • (ερωτηματικό) εισάγει ευθεία ερωτηματική πρόταση η οποία, αναλόγως με τα συμφραζόμενα, αναμένει:
    1. άρνηση
      ἆρα μή;
    2. κατάφαση
      ἆρ’ οὐ;
      ἆρ’ οὐχί;

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

νέα ελληνικά:

λατινικά:

Πηγές[επεξεργασία]