Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀμόργης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀμόργης, ἀμόργη

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἀμόργης οἱ Ἀμόργαι
      γενική τοῦ Ἀμόργου τῶν Ἀμοργῶν
      δοτική τῷ Ἀμόργ τοῖς Ἀμόργαις
    αιτιατική τὸν Ἀμόργην τοὺς Ἀμόργᾱς
     κλητική ! Ἀμόργη Ἀμόργαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἀμόργ
γεν-δοτ τοῖν  Ἀμόργαιν
1η κλίση, ομάδα 'Ἀτρείδης', Κατηγορία 'Κρονίδης' όπως «Κρονίδης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀμόργης < (άμεσο δάνειο) αρχαία περσική *Humargah

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἀμόργης, -ου αρσενικό

  • ανδρικό όνομα
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 5 (Τερψιχόρη), 121.1
    πυθόμενοι γὰρ ὡς στρατεύεσθαι ὁρμέαται οἱ Πέρσαι ἐπὶ τὰς πόλις σφέων, ἐλόχησαν τὴν ἐν Πηδάσῳ ὁδόν, ἐς τὴν ἐμπεσόντες οἱ Πέρσαι νυκτὸς διεφθάρησαν καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ στρατηγοὶ αὐτῶν, Δαυρίσης καὶ Ἀμόργης καὶ Σισιμάκης·
    Δηλαδή, μαθαίνοντας πως οι Πέρσες ξεκίνησαν με στρατό να χτυπήσουν τις πολιτείες τους, έστησαν καρτέρι στο δρόμο της Πηδάσου, κι οι Πέρσες έπεσαν στην παγίδα τη νύχτα κι αφανίστηκαν και ο στρατός και οι στρατηγοί τους, ο Δαυρίσης κι ο Αμόργης κι ο Σισιμάκης,
    Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Η, 28.2
    καὶ ὡς ἦλθον, Τισσαφέρνης τῷ πεζῷ παρελθὼν πείθει αὐτοὺς ἐπὶ Ἴασον, ἐν ᾗ Ἀμόργης πολέμιος ὢν κατεῖχε, πλεῦσαι.
    Όταν έφτασαν, πήγε και τους βρήκε ο Τισσαφέρνης με στρατό και τους έπεισε να πάνε να χτυπήσουν την Ίασο, που κατείχε ο εχθρός του Αμόργης.
    Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greeklanguage.gr