ἔγκλημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: έγκλημα

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔγκλημα < ἐγκαλέω-ἐγκαλῶ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἔγκλημα ουδέτερο

  1. κατηγορία, διαμαρτυρία, παράπονο
    ἐμοὶ ἀνόσιον ἔγκλημα προσέβαλεν : με κατηγόρησε άδικα
  2. έγκλημα, αδίκημα
    ὅτε γὰρ τὸ ἔγκλημα ἐγένετο : όταν έγινε το αδίκημα
  3. καταγγελία
    δίκαι τε καὶ ἐγκλήματα πρὸς ἀλλήλους : δίκες και κατηγορίες μεταξύ τους
  4. κατηγορητήριο έγγραφο
    τοῦτο τὸ ἔγκλημα ἔγραφον ἐγὼ : εγώ έγραψα αυτό το (κατηγορητήριο) έγγραφο
     συνώνυμα: λῆξις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]