Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἔντιμος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἔντιμος < ἔν- + τῑμ(ή) + -ος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /én.tiː.mos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ἔντῑμος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἔντιμος, -ος, -ον

  1. που τον τιμούν, τον επαινούν· τιμημένος, τιμώμενος
     αντώνυμα: ἄτιμος, ἔκτιμος
  2. (ουσιαστικοποιημένο, πληθυντικός) «οἱ ἔντιμοι» οι άρχοντες, αυτοί που έχουν κάποιο αξίωμα
    λατινική: honorati