Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἠώς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ἠώς

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ώς
      γενική τῆς ἠόος
& οῦς
      δοτική τῇ οῖ
    αιτιατική τὴν
     κλητική ! ώς
3η κλίση, Κατηγορία 'αἰδώς' όπως «αἰδώς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἠώς < πρωτοελληνική *auhṓs < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα * h₂éwsōs. Συγγενές του (λατινικά) Aurora.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἠώς, -οῦς θηλυκό

  1. το πρωί, (συνεκδοχικά) η ημέρα
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 493
    Ἀλλ’ ὅτε δή ῥ’ ἐκ τοῖο δυωδεκάτη γένετ’ ἠώς, καὶ τότε δὴ πρὸς Ὄλυμπον ἴσαν θεοὶ αἰὲν ἐόντες πάντες ἅμα, Ζεὺς δ’ ἦρχε·
  2. η ανατολή, η αυγή
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 12 (Μ. Τειχομαχία.), στίχ. 239
    εἴτ’ ἐπὶ δεξί’ ἴωσι πρὸς ἠῶ τ’ ἠέλιόν τε, εἴτ’ ἐπ’ ἀριστερὰ τοί γε ποτὶ ζόφον ἠερόεντα.
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 58
    ὁ δὲ κατ᾽ ἤπειρον στρατὸς πρὸς ἠῶ τε καὶ ἡλίου ἀνατολὰς ἐποιέετο τὴν ὁδὸν διὰ τῆς Χερσονήσου

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]