Μετάβαση στο περιεχόμενο

-δοτώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: -δοτῶ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-δοτώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -δοτῶ (κλίση -έω) < -δότης - για το θέμα και τη ρίζα  δείτε το αρχαίο δίδωμι και το νεοελληνικό δίνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðoˈto/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -δοτώ
ομόηχο: δοτό

Επίθημα

[επεξεργασία]

-δοτώ, -είς, ..., πρτ.: -δοτούσα, αόρ.: -δότησα, παθ.φωνή: -δοτούμαι, π.αόρ.: -δοτήθηκα, μτχ.π.π.: -δοτημένος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -δοτώ στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά

συγγενικά συνθετικά

 δείτε τη λέξη δίνω

Και λόγια κλιτή μετοχή ενεργητικού ενεστώτα: -δοτών, -δοτούσα, -δοτούν

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]