-δοτώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- -δοτώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -δοτῶ (κλίση -έω) < -δότης - για το θέμα και τη ρίζα → δείτε το αρχαίο δίδωμι και το νεοελληνικό δίνω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ðoˈto/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : -δο‐τώ
- ομόηχο: δοτό
Επίθημα
[επεξεργασία]-δοτώ, -είς, ..., πρτ.: -δοτούσα, αόρ.: -δότησα, παθ.φωνή: -δοτούμαι, π.αόρ.: -δοτήθηκα, μτχ.π.π.: -δοτημένος
Συγγενικά
[επεξεργασία]|
Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -δοτώ στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά |
συγγενικά συνθετικά |
- Όροι που λήγουν σε -δοτώ — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
→ δείτε τη λέξη δίνω
Κλίση
[επεξεργασία]Και λόγια κλιτή μετοχή ενεργητικού ενεστώτα: -δοτών, -δοτούσα, -δοτούν
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | -δοτώ | -δοτούσα | θα -δοτώ | να -δοτώ | -δοτώντας | |
| β' ενικ. | -δοτείς | -δοτούσες | θα -δοτείς | να -δοτείς | ||
| γ' ενικ. | -δοτεί | -δοτούσε | θα -δοτεί | να -δοτεί | ||
| α' πληθ. | -δοτούμε | -δοτούσαμε | θα -δοτούμε | να -δοτούμε | ||
| β' πληθ. | -δοτείτε | -δοτούσατε | θα -δοτείτε | να -δοτείτε | -δοτείτε | |
| γ' πληθ. | -δοτούν(ε) | -δοτούσαν(ε) | θα -δοτούν(ε) | να -δοτούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | -δότησα | θα -δοτήσω | να -δοτήσω | -δοτήσει | ||
| β' ενικ. | -δότησες | θα -δοτήσεις | να -δοτήσεις | -δότησε | ||
| γ' ενικ. | -δότησε | θα -δοτήσει | να -δοτήσει | |||
| α' πληθ. | -δοτήσαμε | θα -δοτήσουμε | να -δοτήσουμε | |||
| β' πληθ. | -δοτήσατε | θα -δοτήσετε | να -δοτήσετε | -δοτήστε | ||
| γ' πληθ. | -δότησαν -δοτήσαν(ε) |
θα -δοτήσουν(ε) | να -δοτήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω -δοτήσει | είχα -δοτήσει | θα έχω -δοτήσει | να έχω -δοτήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις -δοτήσει | είχες -δοτήσει | θα έχεις -δοτήσει | να έχεις -δοτήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει -δοτήσει | είχε -δοτήσει | θα έχει -δοτήσει | να έχει -δοτήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε -δοτήσει | είχαμε -δοτήσει | θα έχουμε -δοτήσει | να έχουμε -δοτήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε -δοτήσει | είχατε -δοτήσει | θα έχετε -δοτήσει | να έχετε -δοτήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν -δοτήσει | είχαν -δοτήσει | θα έχουν -δοτήσει | να έχουν -δοτήσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | -δοτούμαι | -δοτούμουν | θα -δοτούμαι | να -δοτούμαι | -δοτούμενος | |
| β' ενικ. | -δοτείσαι | -δοτούσουν | θα -δοτείσαι | να -δοτείσαι | ||
| γ' ενικ. | -δοτείται | -δοτούνταν | θα -δοτείται | να -δοτείται | ||
| α' πληθ. | -δοτούμαστε | -δοτούμασταν -δοτούμαστε |
θα -δοτούμαστε | να -δοτούμαστε | ||
| β' πληθ. | -δοτείστε | -δοτούσασταν -δοτούσαστε |
θα -δοτείστε | να -δοτείστε | -δοτείστε | |
| γ' πληθ. | -δοτούνται | -δοτούνταν | θα -δοτούνται | να -δοτούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | -δοτήθηκα | θα -δοτηθώ | να -δοτηθώ | -δοτηθεί | ||
| β' ενικ. | -δοτήθηκες | θα -δοτηθείς | να -δοτηθείς | -δοτήσου | ||
| γ' ενικ. | -δοτήθηκε | θα -δοτηθεί | να -δοτηθεί | |||
| α' πληθ. | -δοτηθήκαμε | θα -δοτηθούμε | να -δοτηθούμε | |||
| β' πληθ. | -δοτηθήκατε | θα -δοτηθείτε | να -δοτηθείτε | -δοτηθείτε | ||
| γ' πληθ. | -δοτήθηκαν -δοτηθήκαν(ε) |
θα -δοτηθούν(ε) | να -δοτηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω -δοτηθεί | είχα -δοτηθεί | θα έχω -δοτηθεί | να έχω -δοτηθεί | -δοτημένος | |
| β' ενικ. | έχεις -δοτηθεί | είχες -δοτηθεί | θα έχεις -δοτηθεί | να έχεις -δοτηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει -δοτηθεί | είχε -δοτηθεί | θα έχει -δοτηθεί | να έχει -δοτηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε -δοτηθεί | είχαμε -δοτηθεί | θα έχουμε -δοτηθεί | να έχουμε -δοτηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε -δοτηθεί | είχατε -δοτηθεί | θα έχετε -δοτηθεί | να έχετε -δοτηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν -δοτηθεί | είχαν -δοτηθεί | θα έχουν -δοτηθεί | να έχουν -δοτηθεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι -δοτημένος - είμαστε, είστε, είναι -δοτημένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν -δοτημένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν -δοτημένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι -δοτημένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι -δοτημένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι -δοτημένος - να είμαστε, να είστε, να είναι -δοτημένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] -δοτώ
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- *δοτώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- *δοτώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- s.v. δίνω - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επιθήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)