Μετάβαση στο περιεχόμενο

Akilles

Από Βικιλεξικό

Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Akilles < αρχαία ελληνική Ἀχιλλεύς

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Akilles (sv)



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Akilles < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Akilles αρσενικό

  • Finnish Digital and Population Information Agency, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, ενημέρωση δημοτολογίου μέχρι τις 31/7/2023 , φύλλο Miehet kaikki