Altenburg

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Altenburg < alt (παλαιός) (αιτ. alten) + Burg (πύργος). Κυριολεκτικά «παλαιός πύργος».[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈaltn̩ˌbʊʁk/
 

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Altenburg (de) ουδέτερο, μόνο στον ενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Everett-Heath, John (2020). Concise Oxford Dictionary of World Place Names (6η έκδοση). Oxford: Oxford University Press.