Ast

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ast 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ast (de) αρσενικό (πληθυντικός: die Äste)

  1. κλώνος
  2. κλάδος