Fall

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Fall (de) αρσενικό

  1. η πτώση
  2. η περίσταση, η περίπτωση
    das ist der Fall - πρόκειται για αυτή την περίπτωση
  3. (νομικός όρος) υπόθεση

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

(αμερικανική διάλεκτος κυρίως, autumn βρετανική)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Fall (en)

  1. φθινόπωρο