Hörer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Hörer (de) αρσενικό

  1. το ακουστικό (ενός τηλεφώνου)
  2. ο ακροατής