Kork

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Kork (de) αρσενικό (πληθυντικός: die Korke)

  • το φελλόξυλο (από το οποίο κατασκευάζονται τα πώματα), ο φελλός
    Korken aus Kork - πώμα από φελλό