Latina
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]Latina (en) (χωρίς παραθετικά)
- (αμερικανικά αγγλικά) λατινοαμερικανική, λατινοαμερικανή, σχετικός με τους Λατινοαμερικανούς
She is a Latina writer.
- Είναι λατινοαμερικανή συγγραφέας.
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| Latina | Latinas |
Latina (en)
- (εθνικό όνομα, αμερικανικά αγγλικά) η Λατινοαμερικανίδα, γυναίκα, κυρίως στις ΗΠΑ, που προέρχεται από τη Λατινική Αμερική ή έχει λατινοαμερικανική καταγωγή
Many Latinas in the U.S. maintain close ties to their culture.
- Πολλές λατινοαμερικανίδες στις ΗΠΑ διατηρούν στενούς δεσμούς με την κουλτούρα τους.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Latina < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Latina αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Latina < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Latina θηλυκό