Linsen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Linsen 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Linsen θηλυκό στον πληθυντικό

  • φακές: η κοινή ονομασία για το όσπριο σαν εμπόρευμα και σαν μερίδα φαγητού

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

Linsen (de)

  1. πληθυντικός του Linse