Μετάβαση στο περιεχόμενο

Loe

Από Βικιλεξικό

Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Loe < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Loe αρσενικό

  • Finnish Digital and Population Information Agency, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, ενημέρωση δημοτολογίου μέχρι τις 31/7/2023 , φύλλο Miehet kaikki



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Loe < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Loe αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden



Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Loe < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Loe αρσενικό ή θηλυκό

  • Statistisk sentralbyrå / Statistics Norway, 12891: Last names used by 200 persons or more, by last name, contents and year, ανακτήθηκε 6/9/2023