Müller

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Müller (de) αρσενικό

  1. ο μυλωνάς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: Mühle