Μετάβαση στο περιεχόμενο

Nile

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
Nile < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Nile (en)

  1. ο ποταμός Νείλος

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Nile < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Nile αρσενικό ή θηλυκό

  • English surnames, UK's General Register Office 1849, originally sourced from surnamestudies.org.uk and attributed to Peter Christian, ανακτήθηκε στις 3/9/2023