Reise

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Reise 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Reise (de) θηλυκό

  • το ταξίδι
    wie war die Reise? - πώς ήταν το ταξίδι;

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]