Schaffner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Schaffner 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Schaffner (de) αρσενικό

  • ο ελεγκτής
    der Schaffner wollte meine Fahrkarte sehen - ο ελεγκτής ήθελε να δει το εισιτήριό μου