Tank

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: tank

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Tank (de) αρσενικό

der Tank ist fast leer - το ρεζερβουάρ είναι σχεδόν άδειο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]