aŭto

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

aŭto < aŭt + -o

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

aŭto 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική aŭto aŭtoj
αιτιατική aŭton aŭtojn

aŭto (eo)

  • το αυτοκίνητο
    oni povas parki aŭton en la kelo, μπορεί κανείς να παρκάρει το αυτοκίνητό του στο υπόγειο