abatejo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

abatejo < → δείτε τις λέξεις abato και -ej-.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική abatejo abatejoj
αιτιατική abatejon abatejojn

abatejo (eo)