αβαείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αβαείο τα αβαεία
      γενική του αβαείου των αβαείων
    αιτιατική το αβαείο τα αβαεία
     κλητική αβαείο αβαεία
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαείο < αβάς < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική abbaye

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.va.ˈi.ɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβαείο ουδέτερο (καθαρεύουσα: αββαείον ουδέτερο)

  1. ιερό οικοδόμημα, ακριβέστερα μοναστήρι (λέγεται για τα καθολικά μοναστήρια), που διοικείται από έναν αβά (= πνευματικό πατέρα της κοινότητας)
    Το Αβαείο του Πέλλαπαϊς αποτελεί μοναδικό δείγμα μοναστηριού γοτθικού ρυθμού στην ανατολή
  2. Η κατοικία του αβά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]