αβαείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβαείο αβαεία
γενική αβαείου αβαείων
αιτιατική αβαείο αβαεία
κλητική αβαείο αβαεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αβαείο < αβάς < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική abbaye

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.va.ˈi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αβαείο ουδέτερο (καθαρεύουσα: αββαείον ουδέτερο)

  • ιερό οικοδόμημα, ακριβέστερα μοναστήρι (λέγεται για τα καθολικά μοναστήρια), που διοικείται από έναν αβά (= πνευματικό πατέρα της κοινότητας)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]