abitante

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

abitante < μετοχή του ρήματος abitare

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
abitante abitanti

abitante (it) αρσενικό ή θηλυκό

  1. κάτοικος, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που ζουν σε ένα συγκεκριμένο χώρο