abitante

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

abitante < μετοχή του ρήματος abitare

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
abitante abitanti

abitante (it) αρσενικό ή θηλυκό

  1. κάτοικος, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που ζουν σε ένα συγκεκριμένο χώρο